Η αποφασιστικότητα που επέδειξε η κυβέρνηση στο πρώτο διάστημα της θητείας της να προωθήσει μεταρρυθμίσεις και ιδιωτικοποιήσεις και να λειτουργεί σε συνεννόηση και όχι σε αντιπαράθεση με τους θεσμούς, φόρτισε θετικά τις διαπραγματεύσεις της τέταρτης –και πρώτης για την ίδια– μεταμνημονιακής αξιολόγησης, την περασμένη εβδομάδα σε επίπεδο επικεφαλής των θεσμών στην Αθήνα.

Εστω κι έτσι όμως, και παρά την ικανοποίηση που εξέφραζαν πηγές τους τις προηγούμενες μέρες, οι αμείλικτοι αριθμοί που έπεσαν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης κατέστησαν σαφές ότι υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα που πρέπει να ξεπεραστεί: η κάλυψη ενός δημοσιονομικού κενού 0,55% του ΑΕΠ ή περίπου 1 δισ. ευρώ στον προϋπολογισμό του 2020, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ. Δεδομένου ότι περίπου 1 δισ. ευρώ είναι οι φοροελαφρύνσεις του 2020 που έχει εξαγγείλει ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ, γίνεται αντιληπτό ότι το στοίχημα είναι μεγάλο.

Η κυβέρνηση, σύμφωνα με πληροφορίες, προσπάθησε να πείσει τους θεσμούς ότι το κενό θα μπορούσε να καλυφθεί με διαρθρωτικές παρεμβάσεις που σχεδιάζει. Ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας επιχειρηματολόγησε ότι η χρήση των ηλεκτρονικών συναλλαγών θα αυξήσει τα φορολογικά έσοδα, ενώ από το οικονομικό επιτελείο διατυπώθηκε και πρόταση για νέα περαίωση – που συνάντησε αντιρρήσεις. Αντίθετοι εμφανίστηκαν οι θεσμοί και στην απόφαση της κυβέρνησης για αναστολή της εφαρμογής του ΦΠΑ στα ακίνητα. Οι λύσεις στο διαρθρωτικό πεδίο, που αναζητεί η κυβέρνηση, είναι περιορισμένες και οι θεσμοί έχουν δείξει στο παρελθόν ότι δεν πείθονται εύκολα από αυτές.

Οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν τις επόμενες ημέρες και το οικονομικό επιτελείο διαμηνύει σχετική αισιοδοξία ότι το κενό θα κλείσει. Μια παραδοχή για υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης και υψηλότερα φορολογικά έσοδα θα μπορούσε να βοηθήσει, αλλά δύσκολα να εξαλείψει την απόκλιση.
«Από μηχανής θεός» θα μπορούσε να είναι η εγγραφή των SMPs και ΑΝFAs (επιστροφές κερδών ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών από ελληνικά ομόλογα) στα έσοδα του προϋπολογισμού του επόμενου έτους, αλλά και εκεί φαίνεται να υπάρχουν δυσκολίες.

Ευρωπαϊκές πηγές υποστηρίζουν ότι τα SMPs και ANFAs θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση επενδύσεων, σύμφωνα με την απόφαση του Eurogroup του Ιουνίου του 2018. Ωστόσο προσθέτουν ότι η απόφαση αυτή δεν αποσκοπούσε στη δημιουργία επιπλέον δημοσιονομικού χώρου, ούτε στη μείωση του στόχου του 3,5% του ΑΕΠ.

Πρέπει να μελετηθούν, προσέθεταν, οι επιπτώσεις στην ανάπτυξη, στους δημοσιονομικούς στόχους και στη βιωσιμότητα του χρέους, προτού ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση.

Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση καλείται προς το παρόν να κάνει τους υπολογισμούς της χωρίς να λάβει υπ’ όψιν τα πιθανά έσοδα 1,2 δισ. ευρώ από τα SMPs και ANFAs. Tη Δευτέρα 7 Οκτωβρίου καταθέτει προσχέδιο προϋπολογισμού και μια εβδομάδα μετά, στις 15 Οκτωβρίου, υποβάλλει το σχέδιό της για το 2020 στην Κομισιόν, όπως όλα τα κράτη-μέλη. Οι αποφάσεις για τα SMPs και ANFAs θα αργήσουν, τοποθετούνται στο Eurogroup της 4ης Δεκεμβρίου.

Εν τω μεταξύ, ο στόχος είναι να εξασφαλίσει μια θετική έκθεση των θεσμών για την τέταρτη αξιολόγηση, στις 20 Νοεμβρίου. Η έκθεση αυτή θα συνοδεύεται πιθανώς από μια νέα ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους, που ίσως διευκολύνει –με μια αναθεώρηση των προβλέψεων επί τα βελτίω– στην κάλυψη του κενού του 2020.

Προς έγκριση η προεξόφληση του ΔΝΤ

Πήρε τον δρόμο της η απόφαση για την πρόωρη εξόφληση των δανείων του ΔΝΤ, μετά και το Euroworking Group της Παρασκευής, με το πράσινο φως να αναμένεται οριστικά έως τον Νοέμβριο. Οπως μεταφέρουν ευρωπαϊκές πηγές, κατ’ αρχήν υπάρχει θετική αντιμετώπιση ως προς το αίτημα, καθώς όλοι αναγνωρίζουν ότι μια τέτοια κίνηση βελτιώνει τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και τη δυνατότητα αποπληρωμής του. Από τη στιγμή που η κυβέρνηση υπέβαλε επισήμως το αίτημα, με επιστολή του υπουργού Οικονομικών Χρήστου Σταϊκούρα στις 16 Σεπτεμβρίου, κινήθηκε η διαδικασία για την απόφαση.

Το πρώτο στάδιο είναι η έγκριση από τα κράτη-μέλη και σε ορισμένες περιπτώσεις από τα εθνικά κοινοβούλια. Στη συνέχεια, εφόσον δοθούν οι εγκρίσεις, τα διοικητικά συμβούλια του EFSF και του ESM θα εκδώσουν μια απόφαση απαλλαγής (waiver) της Ελλάδας από την υποχρέωση να εξοφλήσει ταυτόχρονα αντίστοιχο ποσοστό των δανείων της προς αυτούς.

Ετσι, θα μπορέσει να προχωρήσει η προεξόφληση που αφορά ένα τμήμα του δανείου, ύψους 2,9 δισ. ευρώ περίπου, με επιτόκιο 4,91%, που λήγει στις αρχές του 2021, από το οποίο η Ελλάδα αναμένεται να εξοικονομήσει περίπου 70 εκατ. ευρώ. Το καθεστώς της παρουσίας του ΔΝΤ στην Ελλάδα δεν αλλάζει, πάντως, με αυτή την προεξόφληση, όπως ήθελε να το εμφανίσει η προηγούμενη κυβέρνηση. Το Ταμείο θα εξακολουθήσει να μετέχει –αν και με μειωμένο ρόλο– στις αποστολές των θεσμών και να διατυπώνει μάλιστα δημοσίως τη γνώμη του έπειτα από αυτές, όπως έκανε προχθές ο Πίτερ Ντόλμαν στην Αθήνα.

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ