Οι επιχειρήσεις στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη εποχή δεν ενδιαφέρονται μόνο για τη μεγιστοποίηση των κερδών τους. Σκοπός τους αποτελεί και η κοινωνική τους συνεισφορά και προσφορά στην περιοχή και στη χώρα ή στις χώρες που δραστηριοποιούνται, εάν, βέβαια, πρόκειται για πολυεθνικές επιχειρήσεις. Η εταιρική κοινωνική ευθύνη (ΕΚΕ) ανάγεται σε πρωταγωνιστικό παράγοντα αναγνώρισης μιας επιχείρησης. Μία από τις πτυχές της ΕΚΕ συνιστά το έμπρακτο ενδιαφέρον της εκάστοτε εταιρείας για τις περιβαλλοντικές της επιδράσεις από την παραγωγή, διακίνηση και διανομή των προϊόντων της ή την προσφορά των υπηρεσιών της, με άλλα λόγια και πιο επιστημονικά για το κοινωνικό και περιβαλλοντικό της αποτύπωμα.

Το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής, το οποίο λαμβάνει μεγάλες διαστάσεις κατά τα τελευταία χρόνια, έχει επιδεινωθεί εξαιτίας της υπερκατανάλωσης αγαθών και κυρίως καταναλωτικών προϊόντων από τις δυτικές, βιομηχανικά και τεχνολογικά προηγμένες κοινωνίες. Oμως, πλέον, νέες οικονομικές δυνάμεις έχουν αναδειχθεί κυρίως στην Ασία (Κίνα, Ινδία, Ινδονησία, Νότια Κορέα, Τουρκία κ.ά.), οι οποίες καταλαμβάνουν σημαντικό μερίδιο στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας και έχουν μεγάλο περιβαλλοντικό αποτύπωμα λόγω των πολυεπίπεδων και πολύμορφων επιχειρηματικών δράσεων των οικονομιών τους. Εξάλλου την τελευταία δεκαετία το ΑΕΠ των κρατών αυτών ολοένα και αυξάνεται σε κάποιες περιπτώσεις αλματωδώς, σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Ανεπτυγμένες και αναδυόμενες οικονομίες ενισχύουν διαχρονικά την ετήσια, συνολική τους παραγωγή και παραγωγικότητα, παρά τις κατά καιρούς βραχυχρόνιες πτωτικές διακυμάνσεις του ΑΕΠ και της οικονομικής τους δραστηριότητας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να χειροτερεύουν οι επιδράσεις στο περιβάλλον (έδαφος, θάλασσα, αέρας κτλ.) και τελικά αυτό να επιβαρύνεται με τις επιχειρηματικές δράσεις που αναλαμβάνονται διεθνώς. Η κατάσταση διαρκώς επιδεινώνεται και χρόνο με τον χρόνο παρατηρούνται αλλαγές στο κλίμα, στην ατμόσφαιρα, ειδικά στους πόλους της Γης (Βόρειο και Νότιο) καθώς το λιώσιμο των πάγων επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στη στάθμη της θάλασσας, οδηγεί σε πλημμυρικά φαινόμενα, τεράστιες μεταβολές στο μικροκλίμα και στο περιβάλλον πολλών χωρών και μεγάλων σε έκταση περιοχών.

Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις που ασκούν εντατική παραγωγική δραστηριότητα σε πολλές χώρες του κόσμου οφείλουν να λάβουν έγκαιρα τα μέτρα τους και να λειτουργήσουν προληπτικά ως προς τις παρενέργειες της παραγωγικής τους δράσης, δηλαδή των εργοστασίων, των ποικίλων εγκαταστάσεων – μονάδων τους, των μηχανημάτων – μηχανών και λοιπών παγίων στοιχείων που χρησιμοποιούν για την παραγωγή ή τη διακίνηση – διανομή των προϊόντων τους. Ενας τρόπος είναι η ανακύκλωση (recycling) των υλικών που δύνανται να ανακυκλωθούν και να επαναχρησιμοποιηθούν. Η χρήση βιοδιασπώμενων (biodegradable) υλικών βοηθάει στην εξοικονόμηση κόστους, όπως και η ανακύκλωση, καθώς και στην προστασία του περιβάλλοντος. Η χρήση κατάλληλων φίλτρων όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο στις παραγωγικές μονάδες και οι διαδικασίες απορρύπανσης των οικοσυστημάτων χλωρίδας και πανίδας (θαλασσών, δασών, λιμνών κτλ.) συνιστούν υπεύθυνες λύσεις στα συσσωρευμένα προβλήματα του περιβάλλοντος, όπως π.χ. η υπερθέρμανση του πλανήτη, η υπεραλίευση, η άνοδος της στάθμης της θάλασσας κτλ.

Η πρόσφατη Συμφωνία 200 κρατών που υπογράφηκε στο Παρίσι τον Δεκέμβριο του 2018 σχετικά με το κλίμα του πλανήτη, έδωσε στη διεθνή κοινότητα κάποια χρήσιμα εργαλεία, αλλά δεν οδήγησε στην ανάληψη συγκεκριμένων δεσμεύσεων για την αντιμετώπιση των σοβαρών περιβαλλοντικών προβλημάτων που έχουν προκύψει, ειδικά τα τελευταία χρόνια. Επιβάλλεται, λοιπόν, η λήψη αποτελεσματικών μέτρων και αποφάσεων. Ετσι, μόνο αν μέχρι το 2030 μειωθούν οι εκπομπές του διοξειδίου του άνθρακα κατά 50% συγκριτικά με το 2010, θα συνεχίσει να βρίσκεται η γη στον +1,5 βαθμό Κελσίου (καλό σενάριο) και όχι στους +2 βαθμούς Κελσίου.

* Ο δρ Γιώργος Κωνσταντινίδης είναι οικονομολόγος.

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ