Ας ξεκινήσουμε με ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Τα ηνία μιας μεγάλης οικογενειακής επιχείρησης κρατάει επί δεκαετίες ο ιδρυτής της και «πατριάρχης» της οικογένειας. Εφτασε όμως πλέον η στιγμή που θα πρέπει να προετοιμάσει την επόμενη ημέρα για την επιχείρηση. Εχει δύο παιδιά: Ο μεν γιος του δεν διαθέτει την ικανότητα να αναλάβει τα ηνία, καθώς διάγει βίο τρυφηλό. Η κόρη του, αντιθέτως, διαθέτει τις κατάλληλες αρετές, ασχολείται δε εδώ και καιρό με την επιχείρηση. Ετσι, επιθυμία του ιδρυτή είναι, ο έλεγχος της επιχείρησης να περιέλθει μετά θάνατον σε αυτήν. Σκέφτεται, λοιπόν, να προσφέρει τώρα στον γιο του ένα σημαντικό τμήμα της περιουσίας του και σε αντάλλαγμα εκείνος να παραιτηθεί, από τώρα, από το (μελλοντικό) δικαίωμά του στη νόμιμη μοίρα. Διότι τυχόν αναγκαστική συμμετοχή του γιου, μετά θάνατον, στην κληρονομιαία περιουσία θα σημάνει την αυτοδίκαιη υπεισέλευσή του, κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του, σε κάθε στοιχείο της περιουσίας του πατέρα του, άρα και στις μετοχές της εταιρείας, με αποτέλεσμα να έχει και εκείνος καθοριστικό λόγο στις εταιρικές υποθέσεις· ο λόγος αυτός, όμως, μπορεί να αποβεί μοιραίος για την πορεία της επιχείρησης…

Σε πολλές χώρες, όπως λ.χ. Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία, Γαλλία ή Ιταλία, τέτοιες προθανάτιες συμφωνίες παραίτησης από τη νόμιμη μοίρα ή, συνολικά, από το κληρονομικό δικαίωμα είναι κατ’ αρχήν νομικώς επιτρεπτές. Οι συμφωνίες αυτές προσφέρουν καθαρές και ασφαλείς λύσεις, που περιορίζουν τις μελλοντικές προστριβές μεταξύ των κληρονόμων και, έτσι, επιτρέπουν την ευχερή μεταθανάτια αξιοποίηση διαφόρων περιουσιακών στοιχείων (λ.χ. ακινήτων ή επιχειρήσεων). Ιδιαίτερα δε δημοφιλείς είναι στη Γερμανία, καθώς συμβάλλουν στη μακροημέρευση των οικογενειακών επιχειρήσεων, οι οποίες και αποτελούν τον βασικότερο ίσως πυλώνα της γερμανικής οικονομίας.

Και μόλις χρειάζεται να υπομνησθεί εδώ, εν γένει, πόσο σημαντικές είναι οι οικογενειακές επιχειρήσεις για την παγκόσμια οικονομία. Υπολογίζεται ότι παγκοσμίως το ποσοστό των οικογενειακών επιχειρήσεων υπερβαίνει το 80%, στον δε ευρωπαϊκό χώρο το ποσοστό αυτό φαίνεται να ξεπερνάει το 60%. Στην Ελλάδα οι επιχειρήσεις είναι οικογενειακές σε ποσοστό άνω του 80%, αποτελώντας πραγματικά τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας. Συνεπώς, η επιλογή ικανών διαδόχων –ακόμη δε και εξωτικών, δηλαδή μη συγγενικών προσώπων– στις επιχειρήσεις αυτές έχει σοβαρό αντίκτυπο στην εθνική οικονομία συνολικά, ιδίως δε στο ΑΕΠ (βλ. και «Καθημερινή-Οικονομική» της 26.1.14, σ. 10, εγγύτερα Κεφάλα/Γεωργίου, Η Διαδικασία Διαδοχής στις Οικογενειακές Επιχειρήσεις, 2013).

Το 2009, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε έκθεσή της για τις οικογενειακές επιχειρήσεις (http://www.europeanfamilybusinesses.eu/) επεσήμαινε ακριβώς ότι η διαδοχή στις οικογενειακές επιχειρήσεις είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, γι’ αυτό και πρέπει να σχεδιάζεται προσεκτικά και με ρεαλιστικό πνεύμα· καθοριστικές δε αποβαίνουν στο πλαίσιο αυτό ιδίως οι ρυθμίσεις του κληρονομικού δικαίου. Ακόμη νωρίτερα, το 1998, η Επιτροπή σε ανακοίνωσή της αναφορικά με τη μεταβίβαση μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων τόνιζε ότι «τα κράτη-μέλη στα οποία απαγορεύεται η σύναψη συμβάσεων περί μελλοντικής κληρονομικής διαδοχής (Ιταλία, Γαλλία, Βέλγιο, Ισπανία, Λουξεμβούργο) θα πρέπει να εξετάσουν τη δυνατότητα θέσπισης διατάξεων που να επιτρέπουν τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων, δεδομένου ότι η απαγόρευση αυτή δυσχεραίνει χωρίς λόγο τον αποτελεσματικό προγραμματισμό της περιουσιακής διαχείρισης» (Ε.Ε. C 93, 28.3.98).

Παρά τα ανωτέρω, οι περί κληρονομικού δικαίου διατάξεις του ελληνικού Αστικού Κώδικα (Α.Κ.) δυστυχώς τελούν ακόμη υπό τα δεσμά αυστηρών απαγορεύσεων, οι οποίες ανάγονται σε αναχρονιστικές αντιλήψεις του 1930/1940. Ετσι, μεταξύ άλλων, σε εμάς δεν είναι κατ’ αρχήν επιτρεπτή η ανωτέρω σύμβαση μεταξύ μελλοντικού κληρονόμου και κληρονομουμένου με την οποία ο πρώτος παραιτείται από μελλοντικά δικαιώματά του επί της κληρονομίας, έναντι περιουσιακού ανταλλάγματος. Ως δικαιολογητικός λόγος της απαγόρευσης προβάλλεται η ανάγκη προστασίας του παραιτουμένου από εσπευσμένες ή απερίσκεπτες αποφάσεις περί παραιτήσεως από μελλοντικά κληρονομικά δικαιώματα. Η αιτιολογία αυτή, ωστόσο, μπορεί να μας οδηγήσει στη σκέψη ότι, αν προβλεπόταν εδώ η τήρηση συμβολαιογραφικού τύπου, η προθανάτια συμβατική παραίτηση από κληρονομικό δικαίωμα θα ήταν αποδεκτή στην ελληνική έννομη τάξη, αφού έτσι θα προστατευόταν ο παραιτούμενος από απερίσκεπτες αποφάσεις.

Η απαγόρευση των κληρονομικών συμβάσεων είναι μόνον ένα από τα πολλά προβληματικά σημεία των περί κληρονομικού δικαίου διατάξεων του Α.Κ. Γενικότερα, το κληρονομικό μας δίκαιο χρήζει πλέον μιας εκ βάθρων μεταρρύθμισης, ώστε να εναρμονιστεί με τις διεθνείς εξελίξεις, να προσαρμοστεί στις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας και, έτσι, να αποτελέσει, μεταξύ άλλων, και ένα σπουδαίο εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης – ρόλος που μέχρι στιγμής είναι μάλλον παραγνωρισμένος. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει πρωτίστως να εκκαθαρίζονται ταχύτερα και ασφαλέστερα οι κληρονομικές σχέσεις, επ’ ωφελεία των ίδιων των κληρονόμων αλλά και της εθνικής οικονομίας.

Προς τούτο δε, θα χρειαστεί πλήθος άλλων παρεμβάσεων – λ.χ. στις διατάξεις για τη νόμιμη μοίρα (τροπή της σχετικής αξίωσης σε χρηματική), τη σχολάζουσα κληρονομία, κ.ά.

Στην ελληνική νομική επιστήμη ο σχετικός διάλογος έχει ήδη ανοίξει (ενδεικτ. Καραμπατζός, ΝοΒ 2014, 1339 επ., και Ζερβογιάννη, Κληρονομικές συμβάσεις, 2015). Καιρός είναι πλέον να αναληφθεί σχετική νομοθετική πρωτοβουλία, που θα διαπνέεται από γνήσιο εκσυγχρονιστικό πνεύμα, αλλά και σεβασμό προς τις βασικές αρχές που διήκουν το σύστημα του Α.Κ.

* Ο κ. Αντώνης Γ. Καραμπατζός είναι αναπλ. καθηγητής στη Νομική Σχολή ΕΚΠΑ.

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ