Το εμπόριο ναρκωτικών υπολογίζεται ότι αντιπροσώπευε 200 εκατ. ευρώ το 2016, το λαθρεμπόριο τσιγάρων οδήγησε σε απώλειες φόρων 431,8 εκατ. ευρώ την ίδια χρονιά, η παράνομη διακίνηση μεταναστών απέφερε έσοδα 367 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για εγκληματικές δραστηριότητες οι οποίες μαζί με τα εγκλήματα διαφθοράς, τις ληστείες, τα οικονομικά εγκλήματα και τις φορολογικές παραβάσεις συνδέονται με το «παράπλευρο» μεγάλο έγκλημα του ξεπλύματος χρήματος, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις των ελληνικών αρχών, τις οποίες επικαλείται η έκθεση της Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης (FATF) κατά του ξεπλύματος «μαύρου» χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα.

Στους δείκτες της έκθεσης, η Ελλάδα σημείωσε βελτίωση και κατατάχθηκε στην πρώτη κατηγορία χωρών υπό Κανονική Παρακολούθηση (Regular Follow Up), με υψηλό βαθμό συμμόρφωσης και αποτελεσματικό σύστημα πρόληψης και καταπολέμησης του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

Οι κίνδυνοι, ωστόσο, για ξέπλυμα χρήματος αξιολογούνται από τις ίδιες τις ελληνικές αρχές ως μέτριοι προς υψηλοί. Μάλιστα, στην έκθεση αναφέρεται ότι οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι συνδέονται με επαγγελματικές ομάδες όπως οι δικηγόροι, οι συμβολαιογράφοι, οι λογιστές και οι μεσίτες ακινήτων, ενώ στον χρηματοοικονομικό τομέα τον υψηλότερο κίνδυνο εμφανίζουν, μεταξύ άλλων, οι υπηρεσίες μεταφοράς χρημάτων. «Υπάρχει μεγάλος αριθμός μη αδειοδοτημένων μεσιτών ακινήτων στην Ελλάδα, κάτι που αυξάνει τον κίνδυνο να χρησιμοποιείται η αγορά ακινήτων για ξέπλυμα χρήματος», αναφέρει η έκθεση.

Από το 2014 έως το πρώτο εξάμηνο του 2018 διερευνήθηκαν 262 υποθέσεις σχετικές με ξέπλυμα χρήματος: οι 140 αφορούσαν φοροδιαφυγή, οι 39 δωροδοκία, οι 40 απάτες, οι 17 λαθρεμπόριο, άλλες 17 παράνομο τζόγο και οι υπόλοιπες διάφορα άλλα εγκλήματα.

Την ίδια περίοδο, οι εντολές που δόθηκαν για «πάγωμα» περιουσιακών στοιχείων αφορούσαν ποσά από 160 έως 312 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Οι κατασχέσεις μετρητών για υποθέσεις που σχετίζονταν με το ξέπλυμα χρήματος έφτασαν συνολικά τις 857.865 ευρώ την περίοδο από το 2015 έως το πρώτο εξάμηνο του 2018. Επίσης, 48,9 εκατ. ευρώ ανακτήθηκαν από την οικειοθελή αποκάλυψη εισοδημάτων σε περιπτώσεις που σχετίζονται με ξέπλυμα χρήματος.

Εξάλλου, την περίοδο από το 2016 έως τις 31/10/2018 ερευνήθηκαν για φορολογικές παραβάσεις 1.799 φορολογούμενοι, για υποθέσεις που αφορούσαν 3,5 δισ. ευρώ (φοροδιαφυγή, μαζί με τα πρόστιμα). Εισπράχθηκαν 143,4 εκατ. ευρώ.

Στη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας τα ευρήματα είναι πιο ισχνά και οι ελληνικές αρχές διαμήνυσαν στα στελέχη της FATF ότι οι εγκληματικές δραστηριότητες συνδέονται κυρίως με την εγχώρια τρομοκρατία. Από το 2013 έως το 2018 ασκήθηκε δίωξη για 4 υποθέσεις, εκ των οποίων οι 3 εξακολουθούν να εκκρεμούν και μόνο η μία οδήγησε σε καταδίκη.

Σύμφωνα με την έκθεση της FATF, η Ελλάδα συμμορφώνεται απολύτως με τις 15 από τις 40 προτεραιότητές της, έχει μικρότερο βαθμό συμμόρφωσης με άλλες 22 και έχει μικρή συμμόρφωση με 3.

Στις αδυναμίες που επισημαίνονται είναι ότι η Ελλάδα δεν έχει ακόμη διαμορφώσει μια εθνική στρατηγική για το ξέπλυμα χρήματος και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, ότι οι υποθέσεις που οδηγούνται στα δικαστήρια καθυστερούν να ολοκληρωθούν και ότι τα στατιστικά στοιχεία είναι ανεπαρκή και δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για το κατά πόσον οι κυρώσεις που επιβάλλονται είναι ανάλογες με το έγκλημα.

Για τις τράπεζες σημειώνεται ότι κατανοούν τις υποχρεώσεις τους και εφαρμόζουν αποτελεσματικά προληπτικά μέτρα.