Στο διεθνές μπασκετικό στερέωμα, προκαλεί έντονο προβληματισμό η αγωνιστική εικόνα του Παναθηναϊκού, με πολλούς αναλυτές να τοποθετούνται αιχμηρά σχετικά με τους λόγους που η «πράσινη» αυτοκρατορία δεν επιδεικνύει την αναμενόμενη δυναμική. Ενώ οι προσδοκίες από την αρχή της σεζόν ήταν κολοσσιαίες, η πραγματικότητα της αγωνιστικής απόδοσης φαντάζει συχνά ασύμβατη με το πλούσιο ταλέντο του ρόστερ. Η συζήτηση στρέφεται, ολοένα και περισσότερο, γύρω από την φιγούρα του προπονητή, Εργκίν Αταμάν, αμφισβητώντας την αψεγάδιαστη εικόνα που ίσως κάποιοι να προσπαθούν να προβάλουν. Οι εξωτερικές φωνές, προερχόμενες από καλά πληροφορημένες πηγές του ευρωπαϊκού μπάσκετ, υποστηρίζουν ότι οι προπονητικές αποφάσεις, οι αλλαγές στην ενδεκάδα, αλλά και ο τρόπος διαχείρισης του προσωπικού, μπορεί να αποτελούν τη «μαγιά» που εμποδίζει τους «πράσινους» να φτάσουν στην κορυφή των δυνατοτήτων τους.

Πρόκειται για μία προσέγγιση που αλλάζει την εστίαση από τους παίκτες, στην «καθοδήγηση» του ταξιδιού. Η κριτική αυτή δεν εστιάζει μόνο σε μεμονωμένα παιχνίδια ή σε στιγμιαίες αδυναμίες, αλλά υπογραμμίζει διαχρονικά μοτίβα που παρατηρούνται στην πορεία της ομάδας. Συγκεκριμένα, γίνεται λόγος για την απουσία μιας σταθερής αγωνιστικής ταυτότητας, για την δυσκολία προσαρμογής του συνόλου σε διαφορετικές αγωνιστικές συνθήκες και αντιπάλους, και για ενδεχόμενες τακτικές ανασφάλειες που η ομάδα παρουσιάζει σε κομβικά σημεία των αγώνων. Οι παρατηρητές επισημαίνουν ότι, παρά το υψηλό μπάτζετ και τις ποιοτικές προσθήκες, ο Παναθηναϊκός δεν έχει καταφέρει να «δέσει» ως μια αποτελεσματική μηχανή, επιτρέποντας στους αντιπάλους του να εκμεταλλεύονται αδυναμίες που, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, θα έπρεπε να έχουν επιλυθεί. Η έμφαση στις προπονητικές επιλογές θέτει στον Αταμάν μία πρωταρχική ευθύνη για την αποτελεσματική αξιοποίηση του υλικού που διαθέτει, κάτι που, σύμφωνα με την «άλλη πλευρά», δεν έχει επιτευχθεί στο βαθμό που θα αναμενόταν.

Η αίσθηση που εκπέμπεται από έναν έντονο προβληματισμό στο εξωτερικό είναι ότι ο Εργκίν Αταμάν, παρά την αναμφισβήτητη εμπειρία και το επιβλητικό του βιογραφικό, ενδεχομένως να αντιμετωπίζει εσωτερικές προκλήσεις στην προσπάθειά του να «ξεκλειδώσει» πλήρως τις δυνατότητες της ομάδας. Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν η στρατηγική του, οι αλλαγές που φέρνει μέσα στο παιχνίδι, και ο τρόπος που προσεγγίζει την προετοιμασία, συνάδουν με τις απαιτήσεις του σύγχρονου ευρωπαϊκού μπάσκετ και το υψηλό επίπεδο ανταγωνισμού. Υπάρχουν αναφορές που κάνουν λόγο για υπερβολική ατομική ελευθερία σε ορισμένους παίκτες, η οποία όμως δεν συνοδεύεται από την απαραίτητη αμυντική πειθαρχία ή την τακτική συνοχή, στοιχεία που παραδοσιακά χαρακτηρίζουν τις επιτυχημένες ομάδες. Αυτό οδηγεί σε μία εικόνα αστάθειας, όπου στιγμές ατομικής δεινότητας εναλλάσσονται με περιόδους αγωνιστικής απροσεξίας, κοστίζοντας πολύτιμους πόντους και, ενδεχομένως, την επίτευξη των στόχων.

Ένα ακόμη σημείο που αναδεικνύεται από τις εν λόγω τοποθετήσεις είναι η διαχείριση του ρόστερ και η ενδεχόμενη έλλειψη σαφούς ιεραρχίας στο αγωνιστικό πλάνο. Συχνά, η ομάδα δείχνει να «ψάχνεται» στην επίθεση, χωρίς να υπάρχει μια ξεκάθαρη «ιερή γραμμή» ή μια σταθερή επιθετική φιλοσοφία που να οδηγεί σε συνεχή ροή και αποτελεσματικότητα. Αυτό, παρά την ατομική ποιότητα των παικτών, δημιουργεί προβλήματα στην υλοποίηση του εκάστοτε πλάνου και επιτρέπει στους αντιπάλους να «διαβάζουν» πιο εύκολα τα ματς. Η αίσθηση είναι ότι, παρά τις φιλόδοξες μεταγραφές, ο Αταμάν δυσκολεύεται να «παντρέψει» τα διαφορετικά στοιχεία του ρόστερ σε ένα αρμονικό σύνολο, με αποτέλεσμα ο Παναθηναϊκός να μην αποδίδει στο επίπεδο που του αξίζει και που όλοι προσδοκούν, αφήνοντας ανοιχτό το παράθυρο για πολλές αναπάντητες ερωτήσεις.