Η Κεντρική Επιτροπή Διαιτησίας (ΚΕΔ), υπό τη διοίκηση των Λανουά και Βαλέρι, φέρεται να έχει λάβει αποφάσεις που πυροδοτούν ερωτηματικά σχετικά με την αντικειμενικότητα και την αυτοτέλεια των κρίσεών της. Συγκεκριμένα, η ποινή που επιβλήθηκε στον διαιτητή Τσιμεντερίδη, προερχόμενο από την Εύβοια, ενώ ο συνάδελφός του Ματσούκας, αχρησιμοποίητος και αυτός, από την Κέρκυρα, γλίτωσε την τιμωρία, παρόλο που το ατόπημά του κρίνεται ως βαρύτερο. Αυτή η διαφορά στην αντιμετώπιση, αν αποδειχθεί, δημιουργεί εύλογες απορίες για την ύπαρξη «άλλου μέτρου και άλλου σταθμή» στην αξιολόγηση και στην επιβολή κυρώσεων στους αθλητικούς δικαστές, γεγονός που υπονομεύει την εμπιστοσύνη προς τους ιθύνοντες της ΚΕΔ. Η αντίθεση στις αποφάσεις αυτές γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν αναλογιστούμε το μέγεθος των λαθών που διαπράχθηκαν. Στην περίπτωση του Τσιμεντερίδη, η αξιολόγηση της συμπεριφοράς του χαρακτηρίζεται ως «σοβαρότερο λάθος», με αποτέλεσμα να κληθεί να λογοδοτήσει.

Αντίθετα, για τον Ματσούκα, παρά το γεγονός ότι οι ενέργειές του ερμηνεύονται ως ατόπημα μεγαλύτερης βαρύτητας, δεν προκύπτει καμία ποινή. Αυτή η παρατηρούμενη ασυμφωνία στις ποινές, όταν η βαρύτητα των λαθών φαίνεται να είναι διαφορετική, φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα της ανισομερούς αντιμετώπισης. Οι ιθύνοντες της διαιτησίας καλούνται να εξηγήσουν τα κριτήρια με τα οποία κρίνουν και επιβάλλουν κυρώσεις, ώστε να αποκατασταθεί η αίσθηση δικαίου. Η απόφαση να τιμωρηθεί ο Τσιμεντερίδης, ενώ ο Ματσούκας αφήνεται ανεπηρέαστος, δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Εγείρονται σοβαρά ερωτήματα σχετικά με το αν η ΚΕΔ εφαρμόζει ενιαία κριτήρια, βασισμένα αποκλειστικά στην απόδοση και το πειθαρχικό παράπτωμα, ή αν συνυπολογίζονται άλλοι, μη αντικειμενικοί παράγοντες. Η επαγγελματική ακεραιότητα και η αμεροληψία αποτελούν θεμελιώδεις αρχές της διαιτησίας, και η οποιαδήποτε απόκλιση από αυτές μπορεί να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην αξιοπιστία ολόκληρου του συστήματος.

Η υπόθεση αυτή χρήζει περαιτέρω διερεύνησης και διαφάνειας. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι παρόμοιες περιπτώσεις, όπου υπάρχουν ενδείξεις για άνιση μεταχείριση, πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη δέουσα σοβαρότητα. Οι παράγοντες που συνθέτουν την απόδοση ενός διαιτητή, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητας διαχείρισης δύσκολων καταστάσεων και της τήρησης των κανονισμών, πρέπει να αξιολογούνται με την ίδια αυστηρότητα για όλους. Η ΚΕΔ οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις της βασίζονται σε αντικειμενικές αξιολογήσεις και ότι δεν υπάρχει καμία διάκριση ή «ειδική μεταχείριση» για κανέναν. Μόνο έτσι θα μπορέσει να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη και να θωρακιστεί η αξιοπιστία της διαιτησίας.