Παρότι η Ελλάδα σημειώνει εντυπωσιακούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, ξεπερνώντας κατά πολύ τους αντίστοιχους της υπόλοιπης Ευρωζώνης, μια πιο προσεκτική ματιά στο πραγματικό ΑΕΠ αποκαλύπτει μια σύνθετη εικόνα. Οι προβλέψεις για το 2025 τοποθετούν την εθνική μας οικονομία σε επίπεδα χαμηλότερα από αυτά που είχαν καταγραφεί στην κορύφωσή της το 2008, πριν από την μεγάλη οικονομική κρίση. Αυτή η δυσαναλογία υπογραμμίζει τις μακροχρόνιες επιπτώσεις της κρίσης και την αργή ανάκαμψη σε ορισμένους τομείς, παρά τη θετική συνολική τάση. Η ανάπτυξη, ενώ είναι υπαρκτή, δεν έχει καταφέρει ακόμη να επανέλθει πλήρως στα προ κρίσης επίπεδα, δημιουργώντας μια αίσθηση στασιμότητας για πολλούς. Ένα από τα πιο ανησυχητικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας είναι η ένταση και η βαθιά ριζωμένη φύση των περιφερειακών ανισοτήτων. Η χώρα μας κατατάσσεται στις πρώτες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τις διαφορές στην οικονομική ανάπτυξη και το βιοτικό επίπεδο μεταξύ των διαφόρων γεωγραφικών περιοχών.

Αυτές οι ανισότητες εκδηλώνονται με ποικίλους τρόπους, από την άνιση πρόσβαση σε θέσεις εργασίας και επενδύσεις, έως τις διαφορές στις υποδομές και στις παροχές υπηρεσιών. Η απόσταση μεταξύ των ανεπτυγμένων μητροπολιτικών κέντρων και των λιγότερο ευνοημένων επαρχιακών ή νησιωτικών περιοχών διευρύνεται, δημιουργώντας κοινωνικές και οικονομικές διαιρέσεις. Η εικόνα της Ελλάδας ως “χώρας τριών ταχυτήτων” είναι ολοένα και πιο ευδιάκριτη. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν περιοχές που βιώνουν μια δυναμική ανάπτυξη, προσελκύοντας επενδύσεις και δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας, συχνά χάρη σε τουρισμό, τεχνολογία ή γεωστρατηγική σημασία. Από την άλλη, υπάρχουν περιοχές που παραμένουν στάσιμες ή ακόμη και σε ύφεση, αντιμετωπίζοντας την αποψίλωση του πληθυσμού, την έλλειψη επενδυτικών ευκαιριών και την υποβάθμιση των τοπικών οικονομιών. Η τρίτη “ταχύτητα” αφορά τις περιοχές που αγωνίζονται να διατηρήσουν τον υφιστάμενο ρυθμό τους, εξαρτώμενες συχνά από παραδοσιακούς κλάδους που βρίσκονται υπό πίεση.

Αυτές οι αναταραχές στην ανάπτυξη επισημαίνουν την ανάγκη για στοχευμένες πολιτικές που θα αντιμετωπίσουν τις περιφερειακές ανισότητες. Η υιοθέτηση μιας νέας προσέγγισης, που θα εστιάζει στην ενίσχυση των λιγότερο ανεπτυγμένων περιοχών, την προσέλκυση επενδύσεων εκτός των παραδοσιακών κέντρων και την ανάπτυξη εξατομικευμένων στρατηγικών για κάθε περιφέρεια, είναι επιβεβλημένη. Μια ισότιμη ανάπτυξη, που θα λαμβάνει υπόψη τις τοπικές ιδιαιτερότητες και τις δυνατότητες, μπορεί να συμβάλει στη μείωση των ανισοτήτων, στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και στην οικοδόμηση ενός πιο ανθεκτικού και ευημερούντος μέλλοντος για όλη τη χώρα, διασφαλίζοντας ότι κανένας πολίτης ή περιοχή δεν θα μείνει πίσω.