
Στη Νέα Ιωνία, είναι λυπηρό να βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την ανάγκη να συζητάμε για θέματα που θα έπρεπε να θεωρούνται αυτονόητα. Το θεμελιώδες ερώτημα που ανακύπτει αφορά το αν ο εκλεγμένος Δήμαρχος έχει το δικαίωμα να προγραμματίζει συναντήσεις με τους πολίτες της διοικητικής του περιφέρειας, προκειμένου να αφουγκραστεί τις ανησυχίες, τις ανάγκες και τις προτάσεις τους. Η σύγχυση αυτή, όπου η επαφή του δημόσιου λειτουργού με τα μέλη της κοινότητας γίνεται αντικείμενο αμφισβήτησης, γεννά εύλογα ερωτηματικά για την πορεία που ακολουθείται. Ο κίνδυνος είναι πραγματικός, καθώς αν αρχίσουμε να συζητάμε για το δικαίωμα του Δημάρχου να ακούει, σύντομα κάποιοι μπορεί να αξιώσουν να δίνουν αυτοί την άδεια για κάθε επικοινωνιακή πράξη, υπονομεύοντας την ανοιχτή διαβούλευση και την ουσιαστική συμμετοχή. Η παραβολή με την αρχαία ρήση “το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη” αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε αυτό το πλαίσιο.
Όταν η κατάσταση φτάνει σε ακραία σημεία, όπου ακόμα και οι βασικές λειτουργίες της δημοκρατίας και της διακυβέρνησης αμφισβητούνται, τότε η λογική δυστυχώς παραχωρεί τη θέση της σε μια επικίνδυνη κατάσταση. Η επικοινωνία μεταξύ του δημόσιου προσώπου και των πολιτών θα πρέπει να είναι απρόσκοπτη και να αποτελεί θεμέλιο της καλής διακυβέρνησης. Η δυσκολία στην καθιέρωση αυτής της εποικοδομητικής σχέσης, όπου ο Δήμαρχος έχει την ευχέρεια να αποδώσει την πρέπουσα προσοχή στις φωνές των δημοτών, δείχνει μια πορεία που απομακρύνεται από τις αρχές της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Η υιοθέτηση εξωφρενικών επιχειρημάτων μπορεί να οδηγήσει σε μια γενικευμένη αποστασιοποίηση των πολιτών από τα κοινά, δημιουργώντας ένα τοξικό περιβάλλον. Στην απτή πραγματικότητα της Νέας Ιωνίας, δεν θα έπρεπε να χρειάζεται καν να θίγεται το ζήτημα του αν ένας αιρετός άρχοντας μπορεί να συναντά τους δημότες του.
Η δυνατότητα αυτή είναι ουσιώδης για την άσκηση των καθηκόντων του και για την κατανόηση των αναγκών της περιοχής. Όταν όμως η ίδια η ηθική και νομική βάση αυτών των επαφών τίθεται υπό αμφισβήτηση, τότε προκύπτει σοβαρό ερώτημα για το ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την τοπική αυτοδιοίκηση. Η αντίληψη πως η άμεση επαφή και ο διάλογος μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα, αντί να τα επιλύουν, υποδηλώνει μια σοβαρή διαστρέβλωση των αρχών της δημόσιας διοίκησης. Είναι σαν να λέμε ότι η επίλυση προβλημάτων αρχίζει με την αποφυγή τους, κάτι που είναι προφανώς παράλογο και οδηγεί σε αδιέξοδα Η επικείμενη περαιτέρω εξέλιξη αυτής της κατάστασης, όπου οι πολίτες θα πρέπει να ζητούν άδεια για να αναπνεύσουν, φαντάζει ως ειρωνική υπερβολή. Ωστόσο, η σοβαρότητα της κατάστασης δεν πρέπει να υποτιμάται.
Υπάρχει μια διαφαινόμενη τάση για επιβολή περιορισμών που είναι αφύσικες και αντίθετες με τις δημοκρατικές αξίες. Η ικανότητα ενός Δημάρχου να αλληλεπιδρά με τους πολίτες του, να ακούει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στην καθημερινότητά τους, είναι αναπόσπαστο μέρος της θητείας του. Αν αυτό γίνει αντικείμενο συζήτησης και αμφισβήτησης, τότε η ίδια η φύση της τοπικής αυτοδιοίκησης τίθεται υπό σοβαρή δοκιμασία. Η θλίψη που προκαλείται από αυτή την κατάσταση, όταν η λογική φαίνεται να έχει εγκαταλειφθεί, μπορεί πράγματι να οδηγήσει σε κατάσταση παραφροσύνης, όπου τα αυτονόητα γίνονται αντικείμενο διαμάχης και οι βασικές αρχές της διακυβέρνησης κινδυνεύουν να χαθούν στο χάος της παράλογης αντίδρασης.









