
Η ΑΕΚ έχει εισέλθει σε μία απολύτως κρίσιμη καμπή για το μέλλον της, καθώς μετά την αιφνίδια απόλυση του Ιμανόλ Ιδιάκεθ, ο ποδοσφαιρικός πήχης ανεβαίνει όσον αφορά την αναζήτηση του επόμενου προπονητή. Η αποτυχία των άμεσων διαπραγματεύσεων με τον Ρικάρντο Σα Πίντο, ο οποίος φάνταζε ως ο επικρατέστερος για να αναλάβει τη «κιτρινόμαυρη» τεχνική ηγεσία, έχει αφήσει ένα σημαντικό κενό και επαναφέρει στο προσκήνιο την αναζήτηση ενός νέου προσώπου. Το βασικό ζητούμενο, όπως κρίθηκε σκόπιμο να ξεκαθαριστεί από τον εκπρόσωπο Τύπου της ομάδας, Κυριάκο Δημητρίου, κατά τις δηλώσεις του στη Cytavision, λίγο πριν την έναρξη του αγώνα απέναντι στον Ακρίτα Χλώρακας, όπου η ΑΕΚ επικράτησε με σκορ 3-0, είναι η άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας. Η τοποθέτηση αυτή του εκπροσώπου Τύπου δεν είναι καθόλου τυχαία και σηματοδοτεί μια σαφή κατεύθυνση για τον σχεδιασμό της επόμενης μέρας.
Η διοίκηση της ΑΕΚ φαίνεται να επιθυμεί διακαώς έναν προπονητή που θα μπορεί να συνδέεται άμεσα και αποτελεσματικά με τους Έλληνες ποδοσφαιριστές, αλλά και με το ευρύτερο περιβάλλον της ομάδας, το οποίο εν πολλοίς διαμορφώνεται από τα ελληνικά πρότυπα και ιδιαιτερότητες. Η «απόσταση» που μπορεί να δημιουργήσει η γλωσσική διαφορά, ειδικά σε στιγμές πίεσης και έντονων συναισθημάτων, αποτελεί έναν παράγοντα που η ΑΕΚ θέλει να εξαλείψει. Η επικοινωνία είναι αδιαμφισβήτητα το κλειδί στην ανάπτυξη μιας καλής σχέσης μεταξύ προπονητή και παικτών, αλλά και στην καλύτερη κατανόηση της φιλοσοφίας του παιχνιδιού που επιθυμεί να περάσει ο κάθε προπονητής. Αυτό το κριτήριο, η ελληνομάθεια, τίθεται πλέον ως θεμελιώδης προϋπόθεση για κάθε υποψήφιο. Δεν αρκεί μόνο η αποδεδειγμένη ικανότητα στην προπονητική, η τακτική αντίληψη ή η εμπειρία σε υψηλό επίπεδο, αλλά απαραίτητη κρίνεται η δυνατότητα άμεσης και απρόσκοπτης επικοινωνίας στην εθνική μας γλώσσα.
Η ΑΕΚ, μέσα από αυτή την απόφαση, δείχνει μια πρόθεση να «γειώσει» την προπονητική της φιλοσοφία, να ενισχύσει την εσωτερική συνοχή και να χτίσει μια ομάδα που θα λειτουργεί με κοινή αντίληψη, πέρα από κάθε πιθανό εμπόδιο στην επικοινωνία. Είναι μια στροφή που έχει ως στόχο να φέρει πιο κοντά τους ανθρώπους της ομάδας και να δημιουργήσει ένα πιο υγιές και λειτουργικό περιβάλλον. Η προηγούμενη περίοδος με τον Ιδιάκεθ, παρά τις όποιες καλές στιγμές, φάνηκε να αφήνει κενά στην επικοινωνία, τα οποία η διοίκηση προσπαθεί τώρα να καλύψει με αυτή τη σαφή προϋπόθεση. Η αναζήτηση του «αντι-Ιδιάκεθ» επικεντρώνεται, λοιπόν, πλέον στον ποιοτικό προπονητή που θα μιλάει άπταιστα ελληνικά, ο οποίος θα μπορεί να «διαβάσει» το ελληνικό ποδόσφαιρο, τις ιδιαιτερότητές του και να ενσωματώσει την ομάδα σε ένα κοινό όραμα.
Η φιλοσοφία αυτή, εάν εφαρμοστεί με συνέπεια, μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο για μακροπρόθεσμη επιτυχία, αναδεικνύοντας την αξία του ανθρώπινου παράγοντα και της άμεσης σύνδεσης στην αθλητική καθημερινότητα. Η επόμενη μέρα για την ΑΕΚ θα είναι καθοριστική, και η επιλογή του νέου προπονητή αναμένεται να σηματοδοτήσει μια νέα εποχή. Η έμφαση στην ελληνομάθεια, σε συνδυασμό με τα απαραίτητα προπονητικά προσόντα, αποτελεί μια στρατηγική κίνηση που δείχνει ωριμότητα και κατανόηση των αναγκών. Μένει να δούμε τους υποψήφιους που θα μπουν στη λίστα της διοίκησης και ποιος από αυτούς θα καταφέρει να πείσει ότι είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για να καθοδηγήσει την ομάδα στην πορεία της, με όπλο, μεταξύ άλλων, και την κοινή γλώσσα.








