
Τα τραπεζικά ιδρύματα στην Ελλάδα κατέγραψαν εντυπωσιακά κέρδη που αγγίζουν τα 2,4 δισεκατομμύρια ευρώ, μια επίδοση που δημιουργεί έντονα ερωτηματικά για τον τρόπο διανομής του πλούτου και το αντίκτυπό της στην πραγματική οικονομία και τους πολίτες. Η διεύρυνση του περιθωρίου επιτοκίων, δηλαδή της διαφοράς μεταξύ των επιτοκίων που προσφέρουν οι τράπεζες για τις καταθέσεις και αυτών που χρεώνουν για τα δάνεια, αποτέλεσε τον βασικό πυλώνα αυτής της κερδοφορίας. Αυτή η κατάσταση, που συχνά αναφέρεται ως «πάρτι της κερδοφορίας», φαίνεται να ευνοεί αδιαμφισβήτητα τις τράπεζες, ενώ ταυτόχρονα επιβαρύνει σημαντικά τους δανειολήπτες και τους καταθέτες, οι οποίοι βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να μειώνεται. Πέρα από το ζήτημα των επιτοκίων, οι τράπεζες έχουν ενισχύσει σημαντικά και τις προμήθειες για πληθώρα υπηρεσιών. Από τις απλές συναλλαγές και τις μεταφορές χρημάτων μέχρι τις πιο σύνθετες τραπεζικές εργασίες, οι προμήθειες αυξάνονται σταθερά, επιβαρύνοντας περαιτέρω τους λογαριασμούς των πολιτών.
Αυτή η διπλή πίεση, τόσο από τη διευρυμένη ψαλίδα των επιτοκίων όσο και από τις αυξημένες προμήθειες, δημιουργεί ένα ασφυκτικό πλαίσιο για τα νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις, δυσχεραίνοντας την οικονομική τους επιβίωση. Η συνεχής αύξηση των κερδών των τραπεζών, σε ένα περιβάλλον που πολλοί πολίτες παλεύουν με την ακρίβεια και την αβεβαιότητα, εγείρει σοβαρά ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης και ισορροπίας. Ένα κρίσιμο στοιχείο που επιτρέπει αυτή την άνθηση της κερδοφορίας είναι η εκπεφρασμένη «ασυλία» που φαίνεται να απολαμβάνουν οι τράπεζες από την εποπτική αρχή, την Τράπεζα της Ελλάδος. Ενώ οι πολίτες αντιμετωπίζουν αυστηρούς κανονισμούς και ελέγχους σε κάθε τους οικονομική κίνηση, οι τραπεζικοί οργανισμοί μοιάζουν να λειτουργούν σε ένα πεδίο με λιγότερους περιορισμούς. Η έλλειψη δραστικών παρεμβάσεων ή αυστηρότερων ρυθμίσεων για τον περιορισμό των υπερβολικών κερδών και την προστασία των καταναλωτών, δημιουργεί την εντύπωση ότι ο ρόλος της ΤτΕ δεν είναι επαρκώς προσανατολισμένος στην προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνίας.
Η κατάσταση αυτή προκαλεί ανησυχία και πυροδοτεί συζητήσεις για την ανάγκη αναθεώρησης του ρόλου των εποπτικών αρχών και την ενίσχυση της διαφάνειας στο τραπεζικό σύστημα. Η εντυπωσιακή αύξηση των εσόδων των τραπεζών, που ανέρχεται σε 2,4 δισεκατομμύρια ευρώ, αποτελεί σίγουρα μια σημαντική οικονομική επιτυχία για τον κλάδο. Ωστόσο, η ερμηνεία αυτών των αριθμών αποκτά άλλη διάσταση όταν λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επιτυγχάνονται. Η «μάχη» για την προσέλκυση καταθέσεων με εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια, σε αντιδιαστολή με την άμεση και συχνά δραματική αύξηση των επιτοκίων στα δάνεια, δημιουργεί ένα άνισο παιχνίδι. Οι τράπεζες ουσιαστικά «δανείζονται» φτηνά από τους καταθέτες και «πουλούν» ακριβά στους δανειολήπτες, καρπώνοντας τη διαφορά. Αυτή η στρατηγική, ενώ είναι επικερδής για τις ίδιες, επιβαρύνει δυσβάσταχτα τις οικογένειες και τις επιχειρήσεις που έχουν αναλάβει δάνεια, δυσκολεύοντας την αποπληρωμή τους και πιέζοντας τα οικονομικά τους.











